Ουρολοίμωξη-Ασυμπτωματική βακτηριουρία
Ουρολοίμωξη είναι μια διάγνωση που συχνά τίθεται λανθασμένα σε άτομα που εμφανίζουν κάποιο μικρόβιο στην καλλιέργεια ούρων, χωρίς όμως να έχουν συμπτώματα (πυρετό ή ενοχλήματα στην ούρηση). Το φαινόμενο που λέγεται ασυμπτωματική βακτηριουρία, πολύ συχνά εκλαμβάνεται ως ουρολοίμωξη που χρειάζεται θεραπεία, με συνέπεια την αδικαιολόγητη χρήση αντιβιοτικών.
Για να τεθεί η διάγνωση της ασυμπτωματικής βακτηριουρίας απαιτούνται δύο διαδοχικές θετικές ουροκαλλιέργειες, όταν πρόκειται για γυναίκα, ενώ αρκεί μόνο μία στους άνδρες. Η κατάσταση χωρίς συμπτώματα δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται ως ουρολοίμωξη που απαιτεί θεραπεία, εκτός από ειδικές περιπτώσεις. Οι μορφές που λαμβάνει μια ουρολοίμωξη στις γυναίκες είναι η κυστίτιδα, η πυελονεφρίτιδα, η ουρηθρίτιδα και η ασυμπτωματική βακτηριουρία. Στους άνδρες η ουρολοίμωξη μπορεί επί πλέον να εμφανισθεί και ως προστατίτιδα.
Ο σημαντικότερος παράγοντας που προδιαθέτει για ασυμπτωματική βακτηριουρία είναι η ύπαρξη ουροκαθετήρα. Ειδικά στα νοσοκομεία σε ασθενείς με καθετήρα ανοικτού κυκλώματος, σχεδόν το 100% αποικίζονται με μικρόβια. 10-25% αυτών των ασθενών εμφανίζει ουρολοίμωξη. Πιο συχνά οι άνδρες, οι ηλικιωμένοι και όσοι έχουν υπερτροφία του προστάτη ή πέτρες στα νεφρά.
Η ουρολοίμωξη με τη μορφή της ασυμπτωματικής βακτηριουρίας εμφανίζεται συχνά στις έγκυες, σε ποσοστό 4-7%. Μία στις τρεις εγκύους με ασυμπτωματική βακτηριουρία θα εμφανίσει πυελονεφρίτιδα που χρειάζεται νοσηλεία με ενδοφλέβια αντιβίωση. Επί πλέον σε αυτές τις γυναίκες διπλασιάζεται ο κίνδυνος πρόωρου τοκετού και λιποβαρούς νεογνού.
Η αλόγιστη και αδικαιολόγητη χορήγηση αντιβιοτικών για ουρολοίμωξη σε άτομα με ασυμπτωματική βακτηριουρία είναι ένα πολύ συχνό λάθος, που έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη πολυανθεκτικών μικροοργανισμών. Θεραπεία ουρολοίμωξης σε περιπτώσεις ασυμπτωματικής βακτηριουρίας πρέπει να γίνεται μόνο όταν πρόκειται για εγκύους, ανοσοκατασταλμένους, βρέφη και μικρά παιδιά. Επίσης η θεραπεία της ασυμπτωματικής βακτηριουρίας επιβάλλεται όταν πρόκειται να γίνουν αιματηροί ουρολογικοί χειρισμοί, αγγειοχειρουργικές επεμβάσεις ή να τοποθετηθεί κάποια ενδοπρόθεση (π.χ. τεχνητή άρθρωση ισχίου).




